Saturday, July 8, 2017

ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Η αναπόφευκτη επαφή με το άφατο

Στην πραγματικότητα, δεν κάνουμε μεταφυσικές σκέψεις πέρα από κάποιες εξαιρετικές στιγμές που μας βγάζουν από την καθημερινότητα. Ένας θάνατος ή ένας έναστρος ουρανός μπορεί να μας κάνουν να αναρωτηθούμε για το άπειρο (του ουρανού) ή το μηδέν (του θανάτου), αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ σε αυτά. Η ζωή θα μας ξανατραβήξει στις μέριμνες της, μέχρι μια επόμενη εξαιρετική στιγμή να μας ξαναβγάλει για λίγο από αυτές ή μέχρι να μας εξαιρέσει για τα καλά από τη ζωή ο θάνατός μας.

[Υπάρχουν βέβαια και οι πιστοί διαφόρων θρησκειών που νομίζουν ότι η καθημερινότητά τους κανονίζεται από τις βουλές των θεών τους και προσεύχονται συχνά σε αυτούς, αλλά οι μυθολογικές προσεγγίσεις της μεταφυσικής δεν ανήκουν στη σύγχρονη σκέψη, έστω κι αν είναι αρκετά διαδεδομένες. Εδώ εξετάζουμε από το σημείο που έχει φτάσει η εξέλιξη του ανθρώπου και πέρα.]

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι προϊόν του θετικού λόγου, με τη βοήθεια του οποίου έχει πάρει τη μοίρα του στα χέρια του σε μεγάλο βαθμό. Ο βαθμός αυτοπροσδιορισμού του, βέβαια, είναι περιορισμένος. Ούτε να αυτογεννηθεί μπορεί (αυτοπαραγόμενος εκ του μηδενός), ούτε να αποφύγει το χρόνο και να γίνει αιώνιος, ούτε να αυτοτραφεί και να αυθυπάρξει. Είναι μέρος το Όλου, από το οποίο έχει προέλθει και από το οποίο εξαρτάται πάντα η ζωή του.

Η τελική και οριστική εξάρτηση του ανθρώπου από το Όλον δεν του διαφεύγει, αλλά δεν μπορεί να κάνει και πολλά για αυτή. Κάνει ότι μπορεί στα πλαίσια των δυνατοτήτων που του παρέχει ο θετικός λόγος. Γι’ αυτό και δεν ασχολείται τόσο με υποθέσεις περί του Είναι, καθώς δεν παίζουν κάποιο πρακτικό ρόλο στη ζωή του. Η σχέση του με τον υποθετικό λόγο περιορίζεται σε εκείνες τις στιγμές που τον βγάζουν από τη συγκεκριμένη συνθήκη του και τον κάνουν να αναλογιστεί για «μεγαλύτερα πράγματα».

Το «μεγάλωμα» της σκέψης του μπορεί να γίνει και σταδιακά: να ξεκινήσει από το πώς θα βγάλει τη μέρα του, να επεκταθεί σε σχέδια ατομικής ή οικογενειακής ευημερίας, να σκεφτεί την εξάρτισή τους από ευρύτερα κοινωνικά μεγέθη (τοπικά, εθνικά, διεθνή, κλπ.), να συλλογιστεί στη συνέχεια παγκόσμια θέματα και από εκεί να περάσει σε συμπαντικές σκέψεις που να τον κάνουν να αναλογιστεί για το Είναι.  Εκεί κάπου σταματάει η σκέψη, αγγίζοντας το αδιανόητο.

Το τι λέει ο καθένας μέσα του, όταν η σκέψη του φτάσει στα όριά της, εξαρτάται από τον ίδιο και το προσωπικό του λεξιλόγιό. Μπορεί και να μην πει τίποτε. Απλά, να νιώσει το «χάσιμο» μπροστά στο άπειρο και το ανείπωτο. Δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει αφηρημένες έννοιες του υποθετικού λόγου και να ξέρει τη σημασία του κεφαλαίου αρχικού τους (όπως Είναι, Λόγος, Όλον, Ον, Απόλυτο, Αλήθεια, κλπ.) για να διανοηθεί το αδιανόητο. Το αδιανόητο είναι εκεί για το καθένα που θα φτάσει να το αναλογιστεί είτε μέσα από εξαιρετικές στιγμές είτε από τη γενίκευση της σκέψης του.

[Πιθανόν το αδιανόητο να είναι το πρώτο πράγμα που αγγίζει και η σκέψη των διαφόρων πιστών όταν φτάνουν εκεί, αλλά σπεύδουν να καλύψουν το αναπόφευκτο διανοητικό κενό με τις θρησκευτικές επικλήσεις τους (από τον τρόμο του κενού;). ]

Η επαφή με το άφατο {αυτό που δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις λέξεις} είναι αναπόφευκτη για τον καθένα που θα αναρωτηθεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για την ύπαρξή του (και την ύπαρξη γενικά) πέρα από τα τρέχοντα ζητήματα που τον απασχολούν. Ακόμη και αν δώσει κάποιες πρώτες εξηγήσεις για το είναι του, θα φτάσει στο ανεξήγητο όταν γενικεύσει και αγγίξει το ερώτημα του Είναι. Η αναφορά του σε Αυτό δεν θα μπορέσει να απαντηθεί ποτέ. Θα μείνει για πάντα ένα ερώτημα που θα δείχνει και τα όρια του θετικού λόγου.


Η ερωτηματική αναφορά σε Αυτό

Με την ερωτηματική αναφορά σε Αυτό που μας ξεπερνά και μας καθορίζει, ο θετικός λόγος φτάνει στα όριά του και η συνείδηση διανοίγεται σε κάτι που δεν χωράει στα λόγια:

-              - Μπορεί τα λόγια να διπλασιαστούν με κεφαλαία αρχικά για να αναφερθούν σε Αυτό, το ανείπωτο, κάνοντας υποθέσεις περί του Είναι με λέξεις όπως Λόγος, Όν, Όλον και άλλες «κεφαλαιώδεις»  έννοιες, τελείως αφηρημένες και γενικές.*

-        - Μπορεί να αλλοιωθούν και να μεταλλαχθούν, να γίνουν ψέλλισμα και ψαλμός, ποίημα και τραγούδι, ζωγραφιά και χορός, γέλιο και δάκρυ μπροστά στην κατάνυξη, την απορία, το φόβο και την απεραντοσύνη Αυτού.
-          
-          -Μπορεί να γεννήσουν έργα τέχνης, καταστάσεις λατρευτικές, τελετές στα άστρα και ό,τι άλλο μπορεί να υπαινίσσεται την απεραντοσύνη μέσα στην οποία (και από την οποία) υπάρχουμε.

Ό,τι και να γίνουν τα λόγια, δεν θα μπορέσουν να συλλάβουν θετικά, να εντοπίσουν και να ορίσουν “Αυτό”: θα αποτελεί το ύστατο ερώτημα κάθε μας προσπάθειας και κάθε προσπάθειά μας θα καταλήγει σε ένα αναπάντητο ερώτημα.

*Ο υποθετικός λόγος ως καθαρά υποθετικός δεν έχει απαντήσεις αλλά μόνο ερωτήματα. Οι λέξεις του, οι διατυπώσεις του και οι έννοιές του δεν ορίζουν κάτι θετικά: είναι καθαρές υποθέσεις. Αποτελούν ερωτήματα και όχι απαντήσεις.


Όλα καταλήγουν σε ένα μεγάλο και κεφαλαιώδες Ερώτημα το οποίο αποκλείεται να απαντηθεί. Αναπάντητο σημαίνει κάτι άφατο, κάτι αδύνατο να διατυπωθεί και να γίνει κάτι με αυτό. Επειδή όμως δεν μπορεί να μη γίνεται κάτι στο γίγνεσθαι, το οποίο δεν επιτρέπει το απόλυτο κενό και το μηδέν, εμείς μένουμε με το Ερώτημα.

Η σιωπή και το κενό στο οποίο μας διανοίγει το Ερώτημα, φέρνοντας μας σε επαφή με το άφατο, δεν μπορούν να διαρκέσουν ούτε στιγμή. Στην πραγματικότητα δεν υφίστανται. Αυτό που υφίσταται είναι το ερώτημα και η διάνοιξη. Αυτά είναι κάτι. Το τίποτα δεν υπάρχει.



Η διάνοιξη στο άφατο, το απώτατο συμπέρασμα

Η διάνοιξη στο άφατο, με την ερωτηματική μας αναφορά σε Αυτό, είναι η κατάληξη όσων κάνουμε, αν εξεταστούν στην τελική τους απεύθυνση, στον ύστατο σκοπό τους. Αυτό όσο και να το ξεχνάμε, παρασυρμένοι από σκοπιμότητες του μικρόκοσμού μας, έρχεται ο θάνατος να μας του υπενθυμίσει.

Επειδή είναι ανόητο να περιμένουμε το θάνατο να μας επαναφέρει στο μέτρο των πραγμάτων και να μας συνεφέρει από υπερβολές και πάθη που δεν αποφέρουν τίποτε τελικά, έρχεται η νόηση να μας συνετίσει, θέτοντας έγκαιρα το ερώτημα του απώτερου λόγου και του ύστατου σκοπού όσων κάνουμε. Εκεί ξεπερνάμε τους καθορισμούς του θετικού λόγου και ανοιγόμαστε στον υποθετικό, που θα μας οδηγήσει στο άφατο, με τα αναπάντητα ερωτήματά του.

Το άφατο αποτελεί το απώτατο συμπέρασμα του λόγου μας στην προσπάθειά του να εννοήσει τον ύστατο σκοπό της ύπαρξης και να συλλάβει τον Απόλυτο Λόγο του Είναι,  περνώντας από τον θετικό λόγο στον υποθετικό λόγο περί Αυτού.

Οι συνέπειες της επαφής με το άφατο είναι άμεσες, καθώς η σιωπή που επιφέρει η αδυναμία μας να πούμε οτιδήποτε θετικό και σίγουρο τελικά, μετριάζει τους ισχυρισμούς των γνωμών μας, επαναφέροντάς μας στο μέτρο των πραγμάτων.


Η αξία του υποθετικού λόγου. Η αναγκαιότητα της διάνοιξης.

Ο άνθρωπος με την ισχύ που του δίνει ο θετικός λόγος, τείνει να ξεχνάει τη σχετικότητα αυτής της ισχύος και να παρασύρεται σε επιθέσεις, θεωρώντας εαυτόν αυθεντία. Αγγίζοντας τη σιωπή, αναγκάζεται να μετριάσει τις βλέψεις του, να επιστρέψει στον πραγματικό εαυτό του και να νιώσει τα όριά του.

Στην πραγματικότητα, ο υποθετικός λόγος, με την ερωτηματική του αναφορά σε Αυτό, δεν είναι παρά μια εισαγωγή στη σιωπή και δεν αποτελεί παρά μια διάνοιξη στο άφατο, που θα συνεφέρει τον άνθρωπο από τις υπερβολές του και θα τον συγκρατήσει μέσα στην αίσθηση του ασύλληπτου Όλου.

Η επαφή με το ασύλληπτο διανοίγει τη συνείδηση στο άπειρο, το οποίο θα μπορούσε και να τη μηδενίσει, αν δεν υπήρχε ο υποθετικός λόγος να γεφυρώσει το χάσμα, να γίνει ερώτημα και αναφορά προς το Είναι και όχι στο μηδέν. Τοιουτοτρόπως, διαφυλασσόμαστε και από  τις καταστροφικές συνέπειες του μηδενισμού.

Ο μηδενισμός μπορεί να μας κάνει απάνθρωπους, όπως και η αίσθηση ότι εμείς είμαστε τα πάντα (και τα ξέρουμε όλα). Ο ολοκληρωτισμός μιας τέτοιας αποσπασμένης αντίληψης του «εγώ» από το Όλο προκαλεί το χάσμα, το κενό από το οποίο εισχωρεί το κακό.
--------------------------------------------------------------------
 Δεν υπάρχει κακό παρά μόνο ως κενό, ως τίποτε. Το Είναι δεν μπορεί να έχει τίποτε κακό, τίποτε που να επιβουλεύεται την πληρότητά του, αφού ό,τι είναι μέσα στο Είναι αποτελεί μέρος της ολότητάς του.
Καθώς το Είναι δεν επιτρέπει το μηδέν, όταν εμείς προσπαθούμε να το εισάγουμε με το κακό, αποκλειόμαστε αυτόματα από το γίγνεσθαι, πληρώνοντας άμεσα τις συνέπειες του κακού με την ανάλογη καταστροφή. Η καταστροφές που προκαλεί το κακό, είναι αποτέλεσμα του αποκλεισμού του από το γίγνεσθαι.
 --------------------------------------------------------------------

Το μηδέν, το απόλυτο κενό και το τίποτε, δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο το Είναι, αν και είναι αδύνατο για εμάς να το συλλάβουμε. Η σιωπή που μας επιβάλλει η απεραντοσύνη του, εξανθρωπίζεται και γίνεται δική μας μέσω του υποθετικού λόγου.

Αυτή είναι και η μέγιστη αξία του υποθετικού λόγου, ότι μας εξοικειώνει με το άπειρο, διανοίγοντας μας προς αυτό, διευρύνοντας τη συνείδησή μας προς το άγνωστο, συνδέοντας μας με τους άλλους, τους άγνωστους, με τους οποίους «μοιραζόμαστε τον ίδιο ουρανό».


Συμβολή στην ισορροπία

Ο φόβος μας μετριάζεται απέναντι στον άλλο και κάθε τι άλλο, από τη στιγμή που είμαστε σε επαφή με το Όλο που καθορίζει τα πάντα και μας ξεπερνάει, όπως ξεπερνάει και κάθε τι άλλο, με συνέπεια να το κάνει λιγότερο φοβερό, αφού είναι κι αυτό κάτι «μικρό» και αβέβαιο μπροστά στο Μέγα Άφατο.  

Ακόμα και τους δικούς μας «δαίμονες», τα πάθη και τα βάσανά μας, μπορούμε να τα ξεπεράσουμε αναφερόμενοι σε Αυτό, που μας ξεπερνάει όλους, άρα κι αυτά. Η διάνοιξή μας στο άφατο,  χαμηλώνει την ένταση των παθών, καταλαγιάζοντας τις φωνές τους με τη σιωπή στην οποία μας διανοίγει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνουμε ξαφνικά τη ζωτική μας ένταση και εξαϋλωνόμαστε σε μορφές μοναστηριακές, που κινούνται σαν σκιές. Όχι, παραμένουν άνθρωποι από όλες τις πλευρές, χωρίς να ευνουχίζουμε καμία, αλλά γλυτώνουμε τις υπερβολές. Καμία πλευρά δεν μπορεί να κυριαρχήσει, από τη στιγμή που η μερικότητά της δεν μπορεί να επικαλεστεί το όλον. Αυτό δεν μας ανήκει και δεν το κατέχουμε. Μόνο απορία και ερώτημα μπορούμε να έχουμε στο τέλος.

Η ερωτηματική κατάληξη, στην οποία μας οδηγεί ο υποθετικός λόγος, μας συμφιλιώνει, σε πάρα πολλά που μας χωρίζουν, τόσο  μεταξύ μας όσο και μέσα μας, με τη διάνοιξη όλων των μερών στο κοινό άφατο. Η σιωπή την οποία επιβάλλει μετριάζει την επιθετικότητα του ανθρώπου, καθώς τον καθιστά λιγότερο αυθάδη. 

Όσο πιο ισορροπημένα κινείται ο άνθρωπος, ακολουθώντας τους κανόνες του γίγνεσθαι (που του διδάσκει ο θετικός λόγος), τόσο πιο ωφελημένος βγαίνει. Η ανισόρροπη συμπεριφορά του, είτε από τον υπερβολικό φόβο είτε από την αυθάδεια, έχει καταστροφικές – και αυτοκαταστροφικές – συνέπειες.

Το μέτρο, όταν προέρχεται από τη διάνοιξή μας στο άφατο - και όχι από την επιβολή  της σιωπής από τους άλλους (την αποσιώπησή μας) -, μάς κρατάει κοντά στο ρυθμό του γίγνεσθαι, δίνοντας μας την ισορροπία που χρειαζόμαστε. Τόσο για να είμαστε σταθεροί («αδιάφοροι» και «ατάραχοι»), όσο και να κινούμαστε (διαφοροποιούμαστε και εξελισσόμαστε) εν τω γίγνεσθαι.

Το ζητούμενο της ισορροπίας δεν επιτυγχάνεται πάντα εύκολα, καθώς καλούμαστε να βρίσκουμε, ανά πάσα στιγμή, τη χρυσή τομή ανάμεσα στο εγώ μας και στο εμείς, στο θέλω και στο πρέπει, στην ελευθερία και στη δέσμευση, κλπ. Το γίγνεσθαι μας ωθεί να εξελιχθούμε διαφοροποιούμενοι, ενώ το Είναι μας κρατά όλους ενωμένους στο Εν Αυτώ. Η ισορροπία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα δύο, να έχει τόσο τη δυναμική του γίγνεσθαι όσο και την σταθερότητα του Είναι (όχι τη στασιμότητα, όπως κάποιοι παρεξηγούν).

Αυτό που χρειαζόμαστε, λοιπόν, είναι μια δυναμική ισορροπία, συνδυάζοντας τόσο τον θετικό λόγο (από τη μελέτη του Γίγνεσθαι) όσο και τον υποθετικό (από την ερωτηματική αναφορά μας στο Είναι).

Ο θετικός λόγος, που μας οδηγεί επιτυχώς στην εξέλιξη, μυώντας μας στις δυνάμεις του γίγνεσθαι, μπορεί να εκτραπεί σε κυνήγι της επιτυχίας, αν δεν μεσολαβήσει ο υποθετικός λόγος για να τον συνδέσει με το Όλον, υποδεικνύοντας τα όριά του.


Ισορροπία θετικού και υποθετικού λόγου. Γνώση και πίστη.

Είναι πολύ σημαντικό για την ισορροπία μας, η σωστή σχέση μεταξύ του θετικού και του υποθετικού λόγου. Ούτε ο θετικός πρέπει να υπερβάλλει, απαιτώντας να επιβάλλει τη λογική του σε όλα, αποκλείοντας οτιδήποτε την ξεπερνάει. Ούτε ο υποθετικός πρέπει να πηγαίνει ενάντια στη λογική. Οι υποθέσεις και τα ερωτήματά του, αρχίζουν εκεί που τελειώνει ο θετικός ορισμός των πραγμάτων αγγίζοντας το ασύλληπτο όταν η σκέψη μας διανοίγεται στο άφατο της ολότητάς τους.

Το Όλον στο οποίο αναφέρεται ο υποθετικός λόγος δεν μπορεί να προσπελαστεί από τη γνώση, που μας δίνει ο θετικός λόγος. Ούτε όμως αυτός μπορεί να αποκλείσει το ερώτημα μας για «Αυτό», επειδή δεν είναι λογικά προσδιορίσιμο.

Η ολότητα του Είναι δεν είναι κάτι που χρήζει απόδειξης. Είναι κάτι στο οποίο πιστεύουμε, ολοκληρώνοντας τη νόησή μας με την επιστροφή στην πηγή της, στον Λόγο του λόγου της. Ο Λόγος δεν συλλαμβάνεται με τη λογική, αφού αυτός είναι που την καθορίζει. Μόνο με άλμα της λογικής προς το αδιανόητο και ασύλληπτο, με την πίστη μας και μόνο, μπορεί να προσεγγίσουμε το ερώτημα του Λόγου.


Η πίστη, λοιπόν, δεν ορίζει κάτι θετικά, όπως πιστεύουν οι πιστοί των θρησκειών, εισχωρώντας στα πεδία του θετικού λόγου. Η πίστη είναι ένα ερώτημα, μια καθαρή υπόθεση, που αρχίζει εκεί που τελειώνει η γνώση. Όχι πριν.


Συμβολή στην καθαρότητα

Η εποχή μας καλείται να βρει μια νέα ισορροπία ανάμεσα στον θετικό και στον υποθετικό λόγο, με αμοιβαία αλληλο-αναγνώριση των πεδίων του καθένα. Η ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί στα μεταφυσικά του ερωτήματα, δεν μπορεί να αγνοείται από τον θετικό λόγο και πρέπει να της δοθεί η δέουσα προσοχή. Όταν οι θετικιστές εκτοπίζουν κάθε τι που ξεπερνάει την λογική ανάλυση του επιστημονικού τους λόγου, σπρώχνουν τον άνθρωπο στους αγύρτες της μεταφυσικής.

Διάφοροι new-age επιτηδευματίες σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τη μεταφυσική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου, για να του πουλήσουν τα μαντζούνια τους, με μοντέρνο περιτύλιγμα, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος, ως προϊόν του θετικού λόγου, δυσκολεύεται να πεισθεί από τις μυθολογίες των παλιών θρησκειών. Πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να θεολογούν όπως παλιά, ψέλνοντας σε θεούς που μπορεί κατά βάθος να μην πιστεύουν, αλλά το κάνουν για να εκφράσουν κάπως την πίστη τους. (Δεν μιλάμε για ανθρώπους από πολιτισμούς που δεν έχουν διαμορφωθεί από τις εξελίξεις του θετικού λόγου. Μιλάμε για εμάς που έχουμε μεγαλώσει μέσα σε αυτές και μέσα από αυτές.)

Οι παλιές θρησκείες όπως και οι μοντέρνες αγυρτείες αντλούν ισχύ από την ανυπαρξία μιας καθαρής μεταφυσικής πρότασης, που να μην μπερδεύει την υποθετικότητα της πίστης με τη θετικότητα, αλλά να την αποδίδει ξεκάθαρα, σαν καθαρή ερωτηματική μας αναφοράς σε Αυτό, το πέρα από εμάς, το οποίο δεν γνωρίζουμε και δεν πρόκειται να μάθουμε ποτέ θετικά.

Η πίστη μας πρέπει να βρει ένα νέο, καθαρό τρόπο να εκφραστεί, χωρίς να νοθεύεται από περιεχόμενα που δεν της ανήκουν. Αντίθετα, να μας οδηγεί στην από-περιεχομενο-ποίηση και στο άδειασμα. Στην καθαρή αφαίρεση. Στο άφατο.


Υποθετική ορολογία. Το «Αυτό»

Από μικρά παιδιά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ερωτήματα του είδους πιστεύεις (στον Θεό;) όταν η κουβέντα πάει προς τη μεταφυσική. Οι απαντήσεις που δίνουμε ακόμη και σήμερα είναι συχνά «παιδιάστικες». Ακούμε πολλούς να λένε «δεν πιστεύω» ή «είμαι άθεος», παρασυρόμενοι πιθανώς από την παιδικότητα της ερώτησης. Μπορεί βέβαια και να το εννοούν. Θα βοηθούσε να το καταλάβουμε – και να συνεννοηθούμε – αν ξεκαθαρίζαμε την ορολογία της ερώτησης. Τι εννοούμε με τους όρους «Θεός» και «πίστη»;

Για τον όρο «πίστη» μιλήσαμε πιο πάνω. Για τον όρο «Θεός» θα μπορούσαμε να πούμε περίπου τα ίδια. Στο βαθμό που είναι καθαρά αφηρημένος, χωρίς κανένα περιεχόμενο, ανταποκρίνεται στο ερώτημα της καθαρής πίστης. Όμως ο όρος «Θεός» είναι επιβαρυμένος ιστορικά από τις διάφορες θρησκείες και κουβαλάει πάντα μία συμπαραδήλωση που τον κάνει παρεξηγήσιμο. Επίσης, στην ελληνική γλώσσα η λέξη «Θεός» είναι αρσενικού γένους και στερείται της ουδετερότητας που επιβάλλει η αναφορά σε «Αυτό».  

Αντί για τον όρο «Θεός» εισηγούμαστε τον όρο «Αυτό», που είναι αρκετά αφηρημένο, ανιστόρητο και ουδέτερο, για να μη δημιουργεί παρεξηγήσεις. {Επ’ Αυτού, υπάρχει το σχετικό άρθρο από τις Συνόψεις Φιλοσοφίας.}


Ακόμη και οι άλλοι όροι του υποθετικού λόγου - Είναι, Όλον, Απόλυτο, κλπ, - μπορεί να παρεξηγηθούν με τη βεβαρημένη ιστοριογραφία και βιβλιογραφία της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας που κουβαλάνε. Ο ίδιος ο υποθετικός λόγος, αν και καθαρά φιλοσοφικός,  μπορεί να χάσει τη λειτουργικότητά του αν ενταχθεί στην ιστορία της φιλοσοφίας. Εκτός αν η φιλοσοφία ξεπεράσει την ιστορία της για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του «τώρα» καθώς προσπαθεί να συνδεθεί με το «πάντα».  

No comments:

Post a Comment