Tuesday, July 11, 2017

ΑΠΩΤΑΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ, Διάνοιξη στο Άφατο


Το κείμενο που ακουλουθεί συνοψίζει τις σκέψεις μου για το απώτατο συμπέρασμα των λόγων και των πράξεων μας. Αυτό  το κείμενο μαζί με το "Όσο πιο απλά γίνεται" εκθέτουν συνοπτικά τις βασικές έννοιες της ερμηνείας μου για τα ανθρώπινα πράγματα, που έχουν εκτεθεί αναλυτικά στην Εισαγωγή στις βασικές έννοιες για την ερμηνεία της πραγματικότητας και στις Υποθέσεις Γενικής Θεωρίας  σε πιο εξειδικευμένη γλώσσα. Στις συνόψεις προσπαθώ να ακολουθήσω ένα απλούστερο τρόπο γραφής, αλλά χρειάζονται παρόλα αυτά μελέτη με σχετική προσήλωση. Επειδή η μορφή του blog δεν διευκολύνει την ανάγνωση μακροσκελών κειμένων, θα μπορούσα να τα αποστείλω σε μορφή word μέσω του email: stratosgg@yahoo.com 
-------------------------------------------------------------------------------


ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ – ΔΥΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ  ΕΝΝΟΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Το Είναι και το Γίγνεσθαι

Είμαστε προϊόντα του συμπαντικού γίγνεσθαι. Εμφανιστήκαμε κάποια στιγμή σαν σύνθετη μορφή ζωής ενός πλανήτη και μπορεί να εξαφανιστούμε κάποια άλλη στιγμή, μαζί με αυτόν τον πλανήτη ή μόνοι μας. Σίγουρα μόνοι μας, αν μας δούμε κατ’ άτομο, όπου γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σαν μονάδες. Είτε, όμως, μας δούμε κατ’ άτομο είτε κατά είδος, δεν είμαστε παρά εμφανίσεις του Γίγνεσθαι, μέσα από το οποίο εκδηλώνεται το Είναι.

Το Είναι δεν θα ήταν εμφανές χωρίς το γίγνεσθαι των όντων, μέσω των οποίων αποκτά υπόσταση και εκδηλώνει την ύπαρξή του, ότι είναι κάτι.

Λέγοντας «Είναι» εννοούμε οτιδήποτε είναι κάτι, το Όλον των πραγμάτων, τον Κόσμο (ή Σύμπαν ή Άπαν), το Ον (που περιλαμβάνει κάθε ον, κάθε οντότητα). {Για να αναφερθούμε σε «Αυτό», χρησιμοποιούμε λέξεις που σημαίνουν ολότητα και ξεκινούν με κεφαλαίο, για να διακρίνονται από τις περιπτώσεις που σημαίνουν κάτι επιμέρους - λέμε «Ον» αντί «ον», «Είναι» αντί «είναι», «Αυτό» αντί «αυτό», κλπ.}

Το Είναι δεν είναι πεπερασμένο, δεν μετριέται ποσοτικά και δεν καταμερίζεται χρονικά. Καθώς περιλαμβάνει τα πάντα, είναι αμέτρητο και άχρονο, με την έννοια ότι είναι ο ίδιος ο Χρόνος και ο ίδιος ο Χώρος. Δεν περικλείεται στις διαστάσεις τους, οπότε να μπορεί να υπολογιστεί, αλλά ταυτίζεται με αυτές.

Εμείς, από την άλλη, είμαστε πεπερασμένοι. Το ίδιο είναι και κάθε τι, κάθε οντότητα. Εμείς, όπως και κάθε τι που υπάρχει, είμαστε προϊόντα του συμπαντικού γίγνεσθαι του Είναι, καθώς γίναμε αφού Αυτό πρωτοεκδηλώθηκε ως Κόσμος. (Ακόμη και να μην έχουμε μια συγκεκριμένη αρχή του Κόσμου, αλλά μια αέναη επανάληψη τού Είναι μέσα από αλλεπάλληλα σύμπαντα, εμείς και κάθε τι σε αυτό το σύμπαν που ανήκουμε, εμφανιστήκαμε μετά την παρουσία του, άρα είμαστε γεννήματά του.)

Λέγοντας «Γίγνεσθαι» εννοούμε την αλληλουχία των μορφών που παίρνει το Είναι μέσα στο χώρο και το χρόνο. Οι μορφές γεννιούνται, εξελίσσονται και πεθαίνουν εν τω Γίγνεσθαι Αυτού, το οποίο «Αυτό» μένει αναλλοίωτο και άχρονο (διαχρονικό/ αιώνιο/ αέναο), ενώ όλα αλλάζουν.

Οι μορφές εμφανίζονται στο χώρο και εξελίσσονται στο χρόνο, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα το χώρο και το χρόνο, αφού αυτό που καταλαμβάνουν απαρτίζει το χώρο και η τροποποίησή τους νοηματοδοτεί το χρόνο. Ο χρόνος υπάρχει επειδή τα πράγματα αλλάζουν και ο χώρος επειδή υπάρχουν.

Το Γίγνεσθαι δεν είναι διαφορετικό από το Είναι. Δεν συνιστά μια άλλη πραγματικότητα. Το γίγνεσθαι είναι τρόπος, δεν είναι οντότητα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το Είναι εκδηλώνεται στο χώρο και στο χρόνο μέσω των μορφών που παίρνει με το Γίγνεσθαί του.


Ο λόγος του λόγου: ο Λόγος

Ο τρόπος με τον οποίο οι μορφές εμφανίζονται και εξαφανίζονται εν τω Γίγνεσθαι Αυτού φαίνεται να έχει κάποιους κανόνες, οι οποίοι προκαλούν την εμφάνισή τους (γέννηση), ρυθμίζουν την εξέλιξή τους, φροντίζουν την αλληλουχία τους και αποφασίζουν το όποιο πέρας τους (θάνατος).

Το γιατί υπάρχουν κανόνες και για ποιο λόγο το Γίγνεσθαι ακολουθεί αυτόν το τρόπο κι όχι έναν άλλο, μας είναι άγνωστο. Μπορούμε να μάθουμε αρκετά καλά τους κανόνες του Γίγνεσθαι μελετώντας τον κόσμο γύρω μας και εμάς τους ίδιους, όπως και να καταλάβουμε κάποιες γενικές αρχές των κανόνων, αλλά είναι αδύνατον να υπεισέλθουμε στο λόγο που αυτοί υπάρχουν και σε τι εξυπηρετούν. Θα ήταν σαν να θέλουμε να μαντέψουμε τις προθέσεις του Είναι, κάτι το οποίο είναι λογικά αδύνατον.

Πρώτον, γιατί είναι αδύνατον να έχει προθέσεις το Είναι και να αποσκοπεί σε κάτι άλλο πέρα από το να Είναι, διότι τότε θα ήταν κάτι άλλο από το να «είναι» και να του αρκεί. Το Είναι σημαίνει την απόλυτη ταυτότητα, είναι το Απόλυτο Ταυτό, το Εν. Δεν αποσκοπεί να γίνει κάτι άλλο για να ολοκληρωθεί, καθώς απαρτίζει το Όλον. Δεν απευθύνεται σε κάτι έτερον αυτού, γιατί τότε δεν θα ήταν Ταυτό. Εξ ορισμού, λοιπόν, είναι αδύνατον να έχει οποιαδήποτε πρόθεση, καθώς είναι η απόλυτη Θέση ή η θέση του Απόλυτου.

Δεύτερον, διότι και να είχε κάποια πρόθεση (που αποκλείεται «από θέση» να έχει), είναι αδύνατο για εμάς να τη μάθουμε. Θα έπρεπε να προηγηθούμε του Είναι ή να διαρκέσουμε περισσότερο από αυτό, για να διαπιστώσουμε πού αποσκοπεί, αν αποσκοπεί κάπου. Κάτι τέτοιο φυσικά αποκλείεται. Παρόλα αυτά, θέλουμε να μάθουμε το λόγο που όλα αυτά γίνονται, έτσι όπως γίνονται.

Η ανθρώπινη νόηση αναζητά, εκ φύσεως, την αιτία των πραγμάτων κι έχει καταφέρει να αποκωδικοποιήσει πολλά μυστήρια της φύσης και του σύμπαντος, οπότε είναι φυσικό να θέλει να βρει και τον απώτατο λόγο ή ύστατο σκοπό όλων αυτών που βλέπει γύρω της. Ειδικά, όταν παρατηρώντας τον τρόπο που αρθρώνονται τα στοιχεία της φύσης, διακρίνει μια σοφία στο σχεδιασμό του γίγνεσθαι της: σαν να υπάρχει μια ασύλληπτη νόηση, η οποία τα έχει κάνει όλα τόσο σοφά, που εμείς πρέπει να έρθουμε σε επαφή μαζί της, για να συλλάβουμε το σχέδιό της. Όμως για να το συλλάβουμε, θα πρέπει να βρούμε τις προθέσεις του Είναι, το οποίο είναι αδύνατο.

Μπορούμε να κάνουμε βέβαια υποθέσεις για το σχέδιο του Είναι, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, το οποίο δεν υπάρχει καμία περίπτωση να το διαπιστώσουμε. Καμία υπόθεσή μας περί αυτού δεν μπορεί να αρθεί σε θέση, συλλαμβάνοντας τις προθέσεις του Είναι. Από την άλλη, δεν γίνεται να μην κάνουμε υποθέσεις, αφού οι κανόνες που παρατηρούμε υπαινίσσονται κάποιο σχέδιο, το οποίο προκαλεί τη σκέψη μας να το ανακαλύψει, καθώς είναι φτιαγμένη έτσι ώστε να αναζητεί τον λόγο των πραγμάτων, αναμετρούμενη με το αδιανόητο.

Ο λόγος που γίνονται όλα, άρα και ο λόγος του λόγου μας, ήτοι ο Λόγος {με το λάμδα διπλασιασμένο σε κεφαλαίο}, είναι απροσπέλαστος από εμάς, διότι σε αυτόν οφείλεται η νόησή  μας. Δεν μπορούμε να πάμε πριν ή μετά από αυτόν, για να διανοηθούμε την απώτατη αιτία που σκεφτόμαστε. Ούτε όμως να παύσουμε να διανοούμαστε την απώτατη Αιτία και ύστατο Λόγο τού Γίγνεσθαι (άρα και της νόησής μας), αφού δεν μπορούμε, εκ των πραγμάτων, να απαγορεύσουμε στη σκέψη μας να αναζητά το απόλυτο (και αδιανόητο), μιας και είναι φτιαγμένη να τείνει προς Αυτό, σαν να θέλει να επιτρέψει στην πηγή της.


Η νόηση του αδιανότητου

Καθώς η σκέψη μας είναι ανεπαρκής να συλλάβει το Είναι, στο οποίο, όμως, τείνει εκ φύσεως, προκύπτει το ερώτημα πώς καλύπτεται αυτή η διαφορά.

Από τη μία έχουμε την αδιανόητη από εμάς κατάσταση του Είναι, με όλα τα συμφραζόμενά της – Απόλυτο, Άπαν, Εν, Ον, Λόγος, Απώτατο, Ύστατο, Τέλος, Αρχή, Άπειρο, Αέναο, Όλον, Σύμπαν,   Κόσμος, κλπ..-, όλα με κεφαλαίο αρχικό.

Από την άλλη έχουμε τη «μικρή» μας σκέψη, που υποθέτει όλα αυτά τα κεφαλαιώδη χωρίς να μπορεί να τα συλλάβει. Είναι σαν να ονομάζει κάτι ανύπαρκτο, αφού είναι αδύνατον να τα εντοπίσει και να τα συγκεκριμενοποιήσει, καθώς αυτά είναι ο ίδιος ο Τόπος (η απόλυτη Θέση). Παρόλα αυτά αναφέρεται σε αυτά επινοώντας έννοιες και λέξεις που να ταιριάζουν νοηματικά, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς το περιεχόμενο του νοήματός τους.

Θα μπορούσαν αυτές οι αφηρημένες λέξεις να κηρυχθούν άκυρες και να αποκλειστούν από το νοήμονα διάλογο, ως παντελώς ανόητες και ανυπόστατες, αφού στερούνται περιεχομένου. Όμως ούτε αυτό μπορεί να αποδειχθεί. Κανείς δεν μπορεί να αποδείξει το ανυπόστατο στο οποίο αναφέρονται, ούτε βέβαια την υπόστασή του. Θα έπρεπε να είναι αθάνατος και να μην έχει γεννηθεί ποτέ, να ξεπερνάει, δηλαδή, τον ίδιο τον χρόνο, για να το καταφέρει.

Ακριβώς επειδή είναι θνητός και το ξέρει, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το πεπερασμένο της ύπαρξης του, που έρχεται και φεύγει, σαν να κάνει ένα πέρασμα από τη σκηνή του Κόσμου, για να παίξει σε ένα έργο του οποίου τον σκοπό αγνοεί. Θα μπορούσε να θεωρήσει ότι όλα αρχίζουν από τη στιγμή που γεννιέται ο ίδιος και τελειώνουν όταν πεθαίνει, οπότε να αδιαφορήσει για την υπόθεση του έργου και να κοιτάξει μόνο το «κομμάτι» του. Ξέρει, όμως, ότι ο Κόσμος δεν αρχίζει και τελειώνει με αυτόν, βλέπει τα σκηνικά γύρω του, τους παίχτες που φεύγουν πριν από αυτόν και αυτούς που έρχονται μετά, το παιχνίδι που γίνεται στη σκηνή. Γιατί, όμως, να ασχοληθεί με αφηρημένα νοήματα περί Είναι (ψάχνοντας την υπόθεση του έργου) και να μην παίξει έξυπνα το ρόλο του, αξιοποιώντας τις γνώσεις του από το σκηνικό γίγνεσθαι, για να βγει κερδισμένος από αυτό; Κερδισμένος όμως σε τι, αφού θα πεθάνει; Το ίδιο και τα παιδιά του και παιδιά των παιδιών του, όπως και κάθε τι, αφού όλα έρχονται και φεύγουν, σαν κάποιος αόρατος σκηνοθέτης να τα φέρνει στη σκηνή, πριν χαθούν ξανά στο σκοτάδι.

Η συνείδηση του θανάτου του κάνει τον άνθρωπο να αναρωτηθεί για κάτι πέρα από αυτόν τον ίδιο, πέρα από αυτά που ξέρει και αυτά που μπορεί να μάθει όσο ζει: να αναρωτηθεί για Αυτό, που δεν θα μπορέσει να μάθει ποτέ.

Φαίνεται σαν ο άνθρωπος να είναι εγκλωβισμένος σε ένα άλυτο δίλημμα και έναν εκ πρώτης όψεως δυισμό ανάμεσα στη φυσική και στη μεταφυσική του ανάγκη, όπου από τη μια φροντίζει για τη ζωή του και όσα μπορεί να μάθει από αυτήν, ενώ, από την άλλη νοιάζεται για Αυτό που υπάρχει πέρα από αυτήν, το οποίο δεν θα μπορέσει να μάθει ποτέ. Αυτός ο δυισμός, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να γεφυρώνεται, αλλιώς θα ζούσαμε διχασμένοι, μέσα σε μια ανυπέρβλητη λογική αντίφαση.

Η λογική αντίφαση, όμως, προκύπτει από την ίδια τη νόησή μας, καθώς αυτή αναζητά το απώτατο αίτιο του γίγνεσθαι. Κανονικά, η λογική, φτάνοντας στο ύστατό σημείο της, θα έπρεπε να σταματάει, αφού από εκεί και πέρα αγγίζει το αδιανόητο και παντελώς αναπόδεικτο. Αυτό το σημείο σηματοδοτεί το τέλος της λογικής μας δυνατότητας και όμως εμείς επιμένουμε να το διανοούμαστε, κάνοντας ένα βήμα πέραν της λογικής, που μοιάζει με βήμα στο κενό.

Εφόσον η νόησή μας, μας ωθεί στο αδιανόητο, θα πρέπει να έχει και τα μέσα να το κάνει. Οι έννοιες του απόλυτου, με τις οποίες αναφερόμαστε στο Είναι, όπως Όλον, Άπαν, Ον, Εν, κλπ, είναι τα μέσα της νόησής μας, καθώς αυτή προσπαθεί να συλλάβει το αδιανόητο. Καθώς προκύπτουν αβίαστα, από την ίδια τη νόηση, δεν μπορούμε να τα αποκλείσουμε μόνο και μόνο επειδή προεξέχουν από τη «στενή λογική» μας. Η λογική μπορεί να τα απορρίπτει, σαν αυθαίρετες νοητικές κατασκευές χωρίς αντίκρισμα στα πράγματα (καθώς τα κεφαλοποιούν στο αδιανόητο Όλο τους, μιλώντας για το Λόγο τού Είναι). ‘Όμως, εμείς για κάποιο απροσδιόριστο λόγο τα σκεφτόμαστε, άρα, πώς γεφυρώνεται το χάσμα (ή αντίθεση ή αντίφαση) ανάμεσα στον εντελώς αφηρημένο λόγο περί του Είναι και τον συγκεκριμένο λόγο της λογικής;

Τη λύση τη δίνει η νόηση που γεφυρώνει την αντίφαση με την παραγωγή ενός ενδιάμεσου λόγου, που δεν είναι ακριβώς συγκεκριμένος, ούτε ανύπαρκτος. Είναι μεν αφηρημένος και υποθετικός, αλλά είναι υπαρκτός, από την άποψη ότι έχει λέξεις που μας λένε κάτι, αν και δεν ξέρουμε ακριβώς τι λένε. Ένας λόγος που αναμφίβολα υπάρχει, αφού τον χρησιμοποιούμε, αλλά δεν ξέρουμε γιατί υπάρχει, καθώς αναφέρεται στον Λόγο για τον οποίο όλα υπάρχουν, άρα κι αυτός.


Υποθετικός λόγος περί του Είναι. Θετικός λόγος περί του Γίγνεσθαι

Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον υποθετικό λόγο των αφηρημένων εννοιών (που δεν επαληθεύονται από τα πράγματα) και στον θετικό λόγο των επιστημών (που επαληθεύονται από τα πράγματα) είναι ότι ο μεν υποθετικός αναφέρεται στο Είναι και ο δε θετικός στο Γίγνεσθαι.

Ο υποθετικός λόγος αναφέρεται στο πέραν των πραγμάτων αυτών καθαυτών, μιλάει για το ανάμεσα τους, για το πριν και στο μετά τους, το τώρα και το άπαν τους, για αυτό που τα συμπεριλαμβάνει όλα και τα γενικεύει στο κεφαλαίο Είναι τους.

Ο θετικός λόγος μιλάει για τα πράγματα καθαυτά και τις υφιστάμενες σχέσεις τους, από τη στιγμή που αυτά εμφανίζονται ως μορφές του Είναι με το γίγνεσθαί του. Μελετάει επίσης γενικούς κανόνες του γίγνεσθαι, τους οποίους μπορεί να διαπιστώσει μέσα στα συγκεκριμένα πλαίσια του, χωρίς να μπορεί να βεβαιώσει την απόλυτη ισχύ τους, αφού δεν μπορεί να βγει από αυτά τα πλαίσια και να μιλήσει «θετικά» για τα πάντα.

Ο θετικός λόγος μπορεί να προσδιορίσει επιβεβαιώσιμους κανόνες και να κάνει επιτυχείς διαγνώσεις και ασφαλείς προβλέψεις μέσα σε ορισμένα χωρο-χρονικά πλαίσια, φτάνοντας ακόμη και στη διάγνωση της μορφής του σύμπαντος κλάσματα του δευτερολέπτου πριν από το σημείο μηδέν της εμφάνισής του, όμως δεν μπορεί να προσπελάσει τη «μηδενική στιγμή» - αν υπάρχει τέτοια - από την οποία και μετά γεννήθηκε το σύμπαν. Έτσι, είναι προσδιορισμένος χρονικά (και χωρικά) καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χρόνο (και το χώρο) για να έχει εποπτεία του Όλου, οπότε, οι αποφάνσεις του είναι σχετικές και δεν μπορούν να επικαλεστούν την απόλυτη Αλήθεια (με το άλφα κεφαλαίο).
Επιπλέον, ο θετικός λόγος αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο, καθώς βελτιώνει την όποια αλήθεια του, μελετώντας όλο και περισσότερο το γίγνεσθαι. Η εξέλιξή του βασίζεται σε μια συσσώρευση γνώσης, που μεταδίδεται και επεκτείνεται από διάφορες σχολές του θετικού λόγου.

Ο υποθετικός λόγος είναι ανεξάρτητος από χωρο-χρονικούς προσδιορισμούς (καθώς αναφέρεται στο άπαν) και δεν προαπαιτεί σπουδές πάνω στο γίγνεσθαι (αφού αναφέρεται στο πανταχού παρόν Είναι). Από αυτή την άποψη, είναι κτήμα του καθένα που θα σηκώσει το βλέμμα του στον ουρανό και θα αναρωτηθεί για το άπειρο σύμπαν, χωρίς να μπορεί να βγάλει κανένα θετικό συμπέρασμα.

Από τη διαφορετική σχέση τους με τον χρόνο προκύπτει ότι ο θετικός λόγος είναι προσωρινά αληθής, αλλά όχι οριστικά, ενώ, ο υποθετικός μιλάει για μια αιώνια Αλήθεια, που δεν μπορεί να ορίσει. Η σχέση μεταξύ τους θα μπορούσε να είναι συμπληρωματική, με τον θετικό λόγο να διερευνά ό,τι μπορούμε να μάθουμε από το Γίγνεσθαι και τον υποθετικό να καλύπτει το κενό που πάντα θα μας χωρίζει από τον προσδιορισμό του Είναι.



ΘΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: ο επιστημονικός και ο περί του ανθρώπου

Ο θετικός λόγος αναπτύσσεται μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας ως προς το απόλυτο των αποφάνσεών του, καθώς δεν μπορεί να αποδείξει την ισχύ τους στον διηνεκή βαθμό τού Είναι. Η αναπόφευκτη σχετικότητα όσων αποφαίνεται, θα μπορούσε να υπονομεύσει κάθε προσπάθεια συστηματικής γνώσης του γίγνεσθαι. Βλέπουμε όμως τη γνώση να συσσωρεύεται και να εξελίσσεται σε πολλά πεδία, πατώντας πάνω σε κάποια δεδομένα.

Ο επιστημονικός λόγος που διερευνά την υλική διάσταση των πραγμάτων και τις μηχανικές σχέσεις τους, διασταυρώνει συνεχώς τις υποθέσεις του με την πραγματικότητα που εξετάζει (με πειράματα και μελέτες) για να αποδείξει την ισχύ τους. Εφόσον αποδεικνύει μια υπόθεσή του, αυτή γίνεται θέση, πάνω στην οποία θα πατήσει στη συνέχεια η γνώση του πάνω στο διερευνώμενο πεδίο, για να εξελιχθεί περαιτέρω.

Το γεγονός ότι όλα όσα λέει μπορεί να αποδειχθούν άκυρα μπρος στην αιωνιότητα του Είναι, δεν αναιρεί την «προσωρινή» ισχύ τους μέσα στα πλαίσια του γίγνεσθαι αυτού του κόσμου που ζούμε. Η ισχύς αυτή βελτιώνεται, φωτίζοντας περιοχές του κόσμου μας - είτε του μικρόκοσμου, είτε του μακρόκοσμου -, που ήταν μέχρι τώρα σκοτεινές. Έτσι έχει καταφέρει να διεισδύσει σε πολλά μυστήρια του γίγνεσθαι, έστω κι αν δεν μπορεί να λύσει το μυστήριο του Είναι. Ούτε όμως τον απασχολεί, αφού είναι εκτός του αντικειμένου του.

Ο επιστημονικός λόγος εξετάζει μετρήσιμα μεγέθη και μόνο, αφήνοντας εκτός οτιδήποτε είναι αμέτρητο.  Γι’ αυτό η διασταύρωση των υποθέσεών του με την πραγματικότητα είναι σχετικά εύκολη, αρκεί να μπορεί να εντοπίσει ό,τι υποθέτει, ακόμη και το παραμικρό, φτιάχνοντας όλο και πιο ισχυρά μηχανήματα. Οτιδήποτε δεν μπορεί να μετρηθεί δεν αναγνωρίζεται ως διαπιστωμένος επιστημονικός λόγος. Αυτή είναι η βασική καταστατική του συνθήκη που τον δεσμεύει και τον αναγκάζει να γίνει συγκεκριμένος. Τοιουτοτρόπως γίνεται και πρακτικός, δίνοντάς μας χειροπιαστές γνώσεις, που μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να καλυτερεύσουμε τις υλικές συνθήκες διαβίωσής μας.

Η ζωή μας, όμως, δεν έχει μόνο την πρακτική (μετρήσιμη, ποσοτική, υλική) διάσταση, που εξετάζει ο επιστημονικός λόγος. Οι άνθρωποι το ξέρουν αυτό και αναζητούν μια κάποια βεβαίωση της ζωής τους πέρα από την ποσοτική πρακτικότητα. Το πώς μπορούν να την αποκτήσουν μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας για την Αλήθεια, εξετάζεται «Όσο Πιο Απλά Γίνεται» στο σχετικό κείμενο στις Συνόψεις φιλοσοφίας.



ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η αναπόφευκτη επαφή με το άφατο

Στην πραγματικότητα, δεν κάνουμε μεταφυσικές σκέψεις πέρα από κάποιες εξαιρετικές στιγμές που μας βγάζουν από την καθημερινότητα. Ένας θάνατος ή ένας έναστρος ουρανός μπορεί να μας κάνουν να αναρωτηθούμε για το άπειρο (του ουρανού) ή το μηδέν (του θανάτου), αλλά δεν θα μείνουμε για πολύ σε αυτά. Η ζωή θα μας ξανατραβήξει στις μέριμνες της, μέχρι μια επόμενη εξαιρετική στιγμή να μας ξαναβγάλει για λίγο από αυτές ή μέχρι να μας εξαιρέσει για τα καλά από τη ζωή ο θάνατός μας.

[Υπάρχουν βέβαια και οι πιστοί διαφόρων θρησκειών που νομίζουν ότι η καθημερινότητά τους κανονίζεται από τις βουλές των θεών τους και προσεύχονται συχνά σε αυτούς, αλλά οι μυθολογικές προσεγγίσεις της μεταφυσικής δεν ανήκουν στη σύγχρονη σκέψη, έστω κι αν είναι αρκετά διαδεδομένες. Εδώ εξετάζουμε από το σημείο που έχει φτάσει η εξέλιξη του ανθρώπου και πέρα.]

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι προϊόν του θετικού λόγου, με τη βοήθεια του οποίου έχει πάρει τη μοίρα του στα χέρια του σε μεγάλο βαθμό. Ο βαθμός αυτοπροσδιορισμού του, βέβαια, είναι περιορισμένος. Ούτε να αυτογεννηθεί μπορεί (αυτοπαραγόμενος εκ του μηδενός), ούτε να αποφύγει το χρόνο και να γίνει αιώνιος, ούτε να αυτοτραφεί και να αυθυπάρξει. Είναι μέρος το Όλου, από το οποίο έχει προέλθει και από το οποίο εξαρτάται πάντα η ζωή του.

Η τελική και οριστική εξάρτηση του ανθρώπου από το Όλον δεν του διαφεύγει, αλλά δεν μπορεί να κάνει και πολλά για αυτή. Κάνει ότι μπορεί στα πλαίσια των δυνατοτήτων που του παρέχει ο θετικός λόγος. Γι’ αυτό και δεν ασχολείται τόσο με υποθέσεις περί του Είναι, καθώς δεν παίζουν κάποιο πρακτικό ρόλο στη ζωή του. Η σχέση του με τον υποθετικό λόγο περιορίζεται σε εκείνες τις στιγμές που τον βγάζουν από τη συγκεκριμένη συνθήκη του και τον κάνουν να αναλογιστεί για «μεγαλύτερα πράγματα».

Το «μεγάλωμα» της σκέψης του μπορεί να γίνει και σταδιακά: να ξεκινήσει από το πώς θα βγάλει τη μέρα του, να επεκταθεί σε σχέδια ατομικής ή οικογενειακής ευημερίας, να σκεφτεί την εξάρτισή τους από ευρύτερα κοινωνικά μεγέθη (τοπικά, εθνικά, διεθνή, κλπ.), να συλλογιστεί στη συνέχεια παγκόσμια θέματα και από εκεί να περάσει σε συμπαντικές σκέψεις που να τον κάνουν να αναλογιστεί για το Είναι.  Εκεί κάπου σταματάει η σκέψη, αγγίζοντας το αδιανόητο.

Το τι λέει ο καθένας μέσα του, όταν η σκέψη του φτάσει στα όριά της, εξαρτάται από τον ίδιο και το προσωπικό του λεξιλόγιό. Μπορεί και να μην πει τίποτε. Απλά, να νιώσει το «χάσιμο» μπροστά στο άπειρο και το ανείπωτο. Δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει αφηρημένες έννοιες του υποθετικού λόγου και να ξέρει τη σημασία του κεφαλαίου αρχικού τους (όπως Είναι, Λόγος, Όλον, Ον, Απόλυτο, Αλήθεια, κλπ.) για να διανοηθεί το αδιανόητο. Το αδιανόητο είναι εκεί για το καθένα που θα φτάσει να το αναλογιστεί είτε μέσα από εξαιρετικές στιγμές είτε από τη γενίκευση της σκέψης του.

[Πιθανόν το αδιανόητο να είναι το πρώτο πράγμα που αγγίζει και η σκέψη των διαφόρων πιστών όταν φτάνουν εκεί, αλλά σπεύδουν να καλύψουν το αναπόφευκτο διανοητικό κενό με τις θρησκευτικές επικλήσεις τους (από τον τρόμο του κενού;). ]

Η επαφή με το άφατο {αυτό που δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις λέξεις} είναι αναπόφευκτη για τον καθένα που θα αναρωτηθεί, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, για την ύπαρξή του (και την ύπαρξη γενικά) πέρα από τα τρέχοντα ζητήματα που τον απασχολούν. Ακόμη και αν δώσει κάποιες πρώτες εξηγήσεις για το είναι του, θα φτάσει στο ανεξήγητο όταν γενικεύσει και αγγίξει το ερώτημα του Είναι. Η αναφορά του σε Αυτό δεν θα μπορέσει να απαντηθεί ποτέ. Θα μείνει για πάντα ένα ερώτημα που θα δείχνει και τα όρια του θετικού λόγου.


Η ερωτηματική αναφορά σε Αυτό

Με την ερωτηματική αναφορά σε Αυτό που μας ξεπερνά και μας καθορίζει, ο θετικός λόγος φτάνει στα όριά του και η συνείδηση διανοίγεται σε κάτι που δεν χωράει στα λόγια:
-    -- 
-          Μπορεί τα λόγια να διπλασιαστούν με κεφαλαία αρχικά για να αναφερθούν σε Αυτό, το ανείπωτο, κάνοντας υποθέσεις περί του Είναι με λέξεις όπως Λόγος, Όν, Όλον και άλλες «κεφαλαιώδεις»  έννοιες, τελείως αφηρημένες και γενικές.*

-          Μπορεί να αλλοιωθούν και να μεταλλαχθούν, να γίνουν ψέλλισμα και ψαλμός, ποίημα και τραγούδι, ζωγραφιά και χορός, γέλιο και δάκρυ μπροστά στην κατάνυξη, την απορία, το φόβο και την απεραντοσύνη Αυτού.

-        Μπορεί να γεννήσουν έργα τέχνης, καταστάσεις λατρευτικές, τελετές στα άστρα και ό,τι άλλο μπορεί να υπαινίσσεται την απεραντοσύνη μέσα στην οποία (και από την οποία) υπάρχουμε.

Ό,τι και να γίνουν τα λόγια, δεν θα μπορέσουν να συλλάβουν θετικά, να εντοπίσουν και να ορίσουν “Αυτό”: θα αποτελεί το ύστατο ερώτημα κάθε μας προσπάθειας και κάθε προσπάθειά μας θα καταλήγει σε ένα αναπάντητο ερώτημα.

*Ο υποθετικός λόγος ως καθαρά υποθετικός δεν έχει απαντήσεις αλλά μόνο ερωτήματα. Οι λέξεις του, οι διατυπώσεις του και οι έννοιές του δεν ορίζουν κάτι θετικά: είναι καθαρές υποθέσεις. Αποτελούν ερωτήματα και όχι απαντήσεις.

Όλα καταλήγουν σε ένα μεγάλο και κεφαλαιώδες Ερώτημα το οποίο αποκλείεται να απαντηθεί. Αναπάντητο σημαίνει κάτι άφατο, κάτι αδύνατο να διατυπωθεί και να γίνει κάτι με αυτό. Επειδή όμως δεν μπορεί να μη γίνεται κάτι στο γίγνεσθαι, το οποίο δεν επιτρέπει το απόλυτο κενό και το μηδέν, εμείς μένουμε με το Ερώτημα.

Η σιωπή και το κενό στο οποίο μας διανοίγει το Ερώτημα, φέρνοντας μας σε επαφή με το άφατο, δεν μπορούν να διαρκέσουν ούτε στιγμή. Στην πραγματικότητα δεν υφίστανται. Αυτό που υφίσταται είναι το ερώτημα και η διάνοιξη. Αυτά είναι κάτι. Το τίποτα δεν υπάρχει.


Η διάνοιξη στο άφατο, το απώτατο συμπέρασμα

Η διάνοιξη στο άφατο, με την ερωτηματική μας αναφορά σε Αυτό, είναι η κατάληξη όσων κάνουμε, αν εξεταστούν στην τελική τους απεύθυνση, στον ύστατο σκοπό τους. Αυτό όσο και να το ξεχνάμε, παρασυρμένοι από σκοπιμότητες του μικρόκοσμού μας, έρχεται ο θάνατος να μας του υπενθυμίσει.

Επειδή είναι ανόητο να περιμένουμε το θάνατο να μας επαναφέρει στο μέτρο των πραγμάτων και να μας συνεφέρει από υπερβολές και πάθη που δεν αποφέρουν τίποτε τελικά, έρχεται η νόηση να μας συνετίσει, θέτοντας έγκαιρα το ερώτημα του απώτερου λόγου και του ύστατου σκοπού όσων κάνουμε. Εκεί ξεπερνάμε τους καθορισμούς του θετικού λόγου και ανοιγόμαστε στον υποθετικό, που θα μας οδηγήσει στο άφατο, με τα αναπάντητα ερωτήματά του.

Το άφατο αποτελεί το απώτατο συμπέρασμα του λόγου μας στην προσπάθειά του να εννοήσει τον ύστατο σκοπό της ύπαρξης και να συλλάβει τον Απόλυτο Λόγο του Είναι,  περνώντας από τον θετικό λόγο στον υποθετικό λόγο περί Αυτού.

Οι συνέπειες της επαφής με το άφατο είναι άμεσες, καθώς η σιωπή που επιφέρει η αδυναμία μας να πούμε οτιδήποτε θετικό και σίγουρο τελικά, μετριάζει τους ισχυρισμούς των γνωμών μας, επαναφέροντάς μας στο μέτρο των πραγμάτων.


Η αξία του υποθετικού λόγου. Η αναγκαιότητα της διάνοιξης.

Ο άνθρωπος με την ισχύ που του δίνει ο θετικός λόγος, τείνει να ξεχνάει τη σχετικότητα αυτής της ισχύος και να παρασύρεται σε επιθέσεις, θεωρώντας εαυτόν αυθεντία. Αγγίζοντας τη σιωπή, αναγκάζεται να μετριάσει τις βλέψεις του, να επιστρέψει στον πραγματικό εαυτό του και να νιώσει τα όριά του.

Στην πραγματικότητα, ο υποθετικός λόγος, με την ερωτηματική του αναφορά σε Αυτό, δεν είναι παρά μια εισαγωγή στη σιωπή και δεν αποτελεί παρά μια διάνοιξη στο άφατο, που θα συνεφέρει τον άνθρωπο από τις υπερβολές του και θα τον συγκρατήσει μέσα στην αίσθηση του ασύλληπτου Όλου.

Η επαφή με το ασύλληπτο διανοίγει τη συνείδηση στο άπειρο, το οποίο θα μπορούσε και να τη μηδενίσει, αν δεν υπήρχε ο υποθετικός λόγος να γεφυρώσει το χάσμα, να γίνει ερώτημα και αναφορά προς το Είναι και όχι στο μηδέν. Τοιουτοτρόπως, διαφυλασσόμαστε και από  τις καταστροφικές συνέπειες του μηδενισμού.

Ο μηδενισμός μπορεί να μας κάνει απάνθρωπους, όπως και η αίσθηση ότι εμείς είμαστε τα πάντα (και τα ξέρουμε όλα). Ο ολοκληρωτισμός μιας τέτοιας αποσπασμένης αντίληψης του «εγώ» από το Όλο προκαλεί το χάσμα, το κενό από το οποίο εισχωρεί το κακό.

--------------------------------------------------------------------
 Δεν υπάρχει κακό παρά μόνο ως κενό, ως τίποτε. Το Είναι δεν μπορεί να έχει τίποτε κακό, τίποτε που να επιβουλεύεται την πληρότητά του, αφού ό,τι είναι μέσα στο Είναι αποτελεί μέρος της ολότητάς του.
Καθώς το Είναι δεν επιτρέπει το μηδέν, όταν εμείς προσπαθούμε να το εισάγουμε με το κακό, αποκλειόμαστε αυτόματα από το γίγνεσθαι, πληρώνοντας άμεσα τις συνέπειες του κακού με την ανάλογη καταστροφή. Η καταστροφές που προκαλεί το κακό, είναι αποτέλεσμα του αποκλεισμού του από το γίγνεσθαι.
 --------------------------------------------------------------------

Το μηδέν, το απόλυτο κενό και το τίποτε, δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο το Είναι, αν και είναι αδύνατο για εμάς να το συλλάβουμε. Η σιωπή που μας επιβάλλει η απεραντοσύνη του, εξανθρωπίζεται και γίνεται δική μας μέσω του υποθετικού λόγου.

Αυτή είναι και η μέγιστη αξία του υποθετικού λόγου, ότι μας εξοικειώνει με το άπειρο, διανοίγοντας μας προς αυτό, διευρύνοντας τη συνείδησή μας προς το άγνωστο, συνδέοντας μας με τους άλλους, τους άγνωστους, με τους οποίους «μοιραζόμαστε τον ίδιο ουρανό».


Συμβολή στην ισορροπία

Ο φόβος μας μετριάζεται απέναντι στον άλλο και κάθε τι άλλο, από τη στιγμή που είμαστε σε επαφή με το Όλο που καθορίζει τα πάντα και μας ξεπερνάει, όπως ξεπερνάει και κάθε τι άλλο, με συνέπεια να το κάνει λιγότερο φοβερό, αφού είναι κι αυτό κάτι «μικρό» και αβέβαιο μπροστά στο Μέγα Άφατο. 


Ακόμα και τους δικούς μας «δαίμονες», τα πάθη και τα βάσανά μας, μπορούμε να τα ξεπεράσουμε αναφερόμενοι σε Αυτό, που μας ξεπερνάει όλους, άρα κι αυτά. Η διάνοιξή μας στο άφατο,  χαμηλώνει την ένταση των παθών, καταλαγιάζοντας τις φωνές τους με τη σιωπή στην οποία μας διανοίγει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνουμε ξαφνικά τη ζωτική μας ένταση και εξαϋλωνόμαστε σε μορφές μοναστηριακές, που κινούνται σαν σκιές. Όχι, παραμένουν άνθρωποι από όλες τις πλευρές, χωρίς να ευνουχίζουμε καμία, αλλά γλυτώνουμε τις υπερβολές. Καμία πλευρά δεν μπορεί να κυριαρχήσει, από τη στιγμή που η μερικότητά της δεν μπορεί να επικαλεστεί το όλον. Αυτό δεν μας ανήκει και δεν το κατέχουμε. Μόνο απορία και ερώτημα μπορούμε να έχουμε στο τέλος.

Η ερωτηματική κατάληξη, στην οποία μας οδηγεί ο υποθετικός λόγος, μας συμφιλιώνει, σε πάρα πολλά που μας χωρίζουν, τόσο  μεταξύ μας όσο και μέσα μας, με τη διάνοιξη όλων των μερών στο κοινό άφατο. Η σιωπή την οποία επιβάλλει μετριάζει την επιθετικότητα του ανθρώπου, καθώς τον καθιστά λιγότερο αυθάδη. 

Όσο πιο ισορροπημένα κινείται ο άνθρωπος, ακολουθώντας τους κανόνες του γίγνεσθαι (που του διδάσκει ο θετικός λόγος), τόσο πιο ωφελημένος βγαίνει. Η ανισόρροπη συμπεριφορά του, είτε από τον υπερβολικό φόβο είτε από την αυθάδεια, έχει καταστροφικές – και αυτοκαταστροφικές – συνέπειες.

Το μέτρο, όταν προέρχεται από τη διάνοιξή μας στο άφατο - και όχι από την επιβολή  της σιωπής από τους άλλους (την αποσιώπησή μας) -, μάς κρατάει κοντά στο ρυθμό του γίγνεσθαι, δίνοντας μας την ισορροπία που χρειαζόμαστε. Τόσο για να είμαστε σταθεροί («αδιάφοροι» και «ατάραχοι»), όσο και να κινούμαστε (διαφοροποιούμαστε και εξελισσόμαστε) εν τω γίγνεσθαι.

Το ζητούμενο της ισορροπίας δεν επιτυγχάνεται πάντα εύκολα, καθώς καλούμαστε να βρίσκουμε, ανά πάσα στιγμή, τη χρυσή τομή ανάμεσα στο εγώ μας και στο εμείς, στο θέλω και στο πρέπει, στην ελευθερία και στη δέσμευση, κλπ. Το γίγνεσθαι μας ωθεί να εξελιχθούμε διαφοροποιούμενοι, ενώ το Είναι μας κρατά όλους ενωμένους στο Εν Αυτώ. Η ισορροπία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα δύο, να έχει τόσο τη δυναμική του γίγνεσθαι όσο και την σταθερότητα του Είναι (όχι τη στασιμότητα, όπως κάποιοι παρεξηγούν).

Αυτό που χρειαζόμαστε, λοιπόν, είναι μια δυναμική ισορροπία, συνδυάζοντας τόσο τον θετικό λόγο (από τη μελέτη του Γίγνεσθαι) όσο και τον υποθετικό (από την ερωτηματική αναφορά μας στο Είναι).

Ο θετικός λόγος, που μας οδηγεί επιτυχώς στην εξέλιξη, μυώντας μας στις δυνάμεις του γίγνεσθαι, μπορεί να εκτραπεί σε κυνήγι της επιτυχίας, αν δεν μεσολαβήσει ο υποθετικός λόγος για να τον συνδέσει με το Όλον, υποδεικνύοντας τα όριά του.


Ισορροπία θετικού και υποθετικού λόγου. Γνώση και πίστη.

Είναι πολύ σημαντικό για την ισορροπία μας, η σωστή σχέση μεταξύ του θετικού και του υποθετικού λόγου. Ούτε ο θετικός πρέπει να υπερβάλλει, απαιτώντας να επιβάλλει τη λογική του σε όλα, αποκλείοντας οτιδήποτε την ξεπερνάει. Ούτε ο υποθετικός πρέπει να πηγαίνει ενάντια στη λογική. Οι υποθέσεις και τα ερωτήματά του, αρχίζουν εκεί που τελειώνει ο θετικός ορισμός των πραγμάτων αγγίζοντας το ασύλληπτο όταν η σκέψη μας διανοίγεται στο άφατο της ολότητάς τους.

Το Όλον στο οποίο αναφέρεται ο υποθετικός λόγος δεν μπορεί να προσπελαστεί από τη γνώση, που μας δίνει ο θετικός λόγος. Ούτε όμως αυτός μπορεί να αποκλείσει το ερώτημα μας για «Αυτό», επειδή δεν είναι λογικά προσδιορίσιμο.

Η ολότητα του Είναι δεν είναι κάτι που χρήζει απόδειξης. Είναι κάτι στο οποίο πιστεύουμε, ολοκληρώνοντας τη νόησή μας με την επιστροφή στην πηγή της, στον Λόγο του λόγου της. Ο Λόγος δεν συλλαμβάνεται με τη λογική, αφού αυτός είναι που την καθορίζει. Μόνο με άλμα της λογικής προς το αδιανόητο και ασύλληπτο, με την πίστη μας και μόνο, μπορεί να προσεγγίσουμε το ερώτημα του Λόγου.

Η πίστη, λοιπόν, δεν ορίζει κάτι θετικά, όπως πιστεύουν οι πιστοί των θρησκειών, εισχωρώντας στα πεδία του θετικού λόγου. Η πίστη είναι ένα ερώτημα, μια καθαρή υπόθεση, που αρχίζει εκεί που τελειώνει η γνώση. Όχι πριν.


Συμβολή στην καθαρότητα

Η εποχή μας καλείται να βρει μια νέα ισορροπία ανάμεσα στον θετικό και στον υποθετικό λόγο, με αμοιβαία αλληλο-αναγνώριση των πεδίων του καθένα. Η ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί στα μεταφυσικά του ερωτήματα, δεν μπορεί να αγνοείται από τον θετικό λόγο και πρέπει να της δοθεί η δέουσα προσοχή. Όταν οι θετικιστές εκτοπίζουν κάθε τι που ξεπερνάει την λογική ανάλυση του επιστημονικού τους λόγου, σπρώχνουν τον άνθρωπο στους αγύρτες της μεταφυσικής.

Διάφοροι new-age επιτηδευματίες σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τη μεταφυσική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου, για να του πουλήσουν τα μαντζούνια τους, με μοντέρνο περιτύλιγμα, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος, ως προϊόν του θετικού λόγου, δυσκολεύεται να πεισθεί από τις μυθολογίες των παλιών θρησκειών. Πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να θεολογούν όπως παλιά, ψέλνοντας σε θεούς που μπορεί κατά βάθος να μην πιστεύουν, αλλά το κάνουν για να εκφράσουν κάπως την πίστη τους. (Δεν μιλάμε για ανθρώπους από πολιτισμούς που δεν έχουν διαμορφωθεί από τις εξελίξεις του θετικού λόγου. Μιλάμε για εμάς που έχουμε μεγαλώσει μέσα σε αυτές και μέσα από αυτές.)

Οι παλιές θρησκείες όπως και οι μοντέρνες αγυρτείες αντλούν ισχύ από την ανυπαρξία μιας καθαρής μεταφυσικής πρότασης, που να μην μπερδεύει την υποθετικότητα της πίστης με τη θετικότητα, αλλά να την αποδίδει ξεκάθαρα, σαν καθαρή ερωτηματική μας αναφοράς σε Αυτό, το πέρα από εμάς, το οποίο δεν γνωρίζουμε και δεν πρόκειται να μάθουμε ποτέ θετικά.

Η πίστη μας πρέπει να βρει ένα νέο, καθαρό τρόπο να εκφραστεί, χωρίς να νοθεύεται από περιεχόμενα που δεν της ανήκουν. Αντίθετα, να μας οδηγεί στην από-περιεχομενο-ποίηση και στο άδειασμα. Στην καθαρή αφαίρεση. Στο άφατο.


Υποθετική ορολογία. Το «Αυτό»

Από μικρά παιδιά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ερωτήματα του είδους πιστεύεις (στον Θεό;) όταν η κουβέντα πάει προς τη μεταφυσική. Οι απαντήσεις που δίνουμε ακόμη και σήμερα είναι συχνά «παιδιάστικες». Ακούμε πολλούς να λένε «δεν πιστεύω» ή «είμαι άθεος», παρασυρόμενοι πιθανώς από την παιδικότητα της ερώτησης. Μπορεί βέβαια και να το εννοούν. Θα βοηθούσε να το καταλάβουμε – και να συνεννοηθούμε – αν ξεκαθαρίζαμε την ορολογία της ερώτησης. Τι εννοούμε με τους όρους «Θεός» και «πίστη»;

Για τον όρο «πίστη» μιλήσαμε πιο πάνω. Για τον όρο «Θεός» θα μπορούσαμε να πούμε περίπου τα ίδια. Στο βαθμό που είναι καθαρά αφηρημένος, χωρίς κανένα περιεχόμενο, ανταποκρίνεται στο ερώτημα της καθαρής πίστης. Όμως ο όρος «Θεός» είναι επιβαρυμένος ιστορικά από τις διάφορες θρησκείες και κουβαλάει πάντα μία συμπαραδήλωση που τον κάνει παρεξηγήσιμο. Επίσης, στην ελληνική γλώσσα η λέξη «Θεός» είναι αρσενικού γένους και στερείται της ουδετερότητας που επιβάλλει η αναφορά σε «Αυτό».  

Αντί για τον όρο «Θεός» εισηγούμαστε τον όρο «Αυτό», που είναι αρκετά αφηρημένο, ανιστόρητο και ουδέτερο, για να μη δημιουργεί παρεξηγήσεις. {Επ’ Αυτού, υπάρχει το σχετικό άρθρο από τις Συνόψεις Φιλοσοφίας.}

Ακόμη και οι άλλοι όροι του υποθετικού λόγου - Είναι, Όλον, Απόλυτο, κλπ, - μπορεί να παρεξηγηθούν με τη βεβαρημένη ιστοριογραφία και βιβλιογραφία της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας που κουβαλάνε. Ο ίδιος ο υποθετικός λόγος, αν και καθαρά φιλοσοφικός,  μπορεί να χάσει τη λειτουργικότητά του αν ενταχθεί στην ιστορία της φιλοσοφίας. Εκτός αν η φιλοσοφία ξεπεράσει την ιστορία της για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του «τώρα» καθώς προσπαθεί να συνδεθεί με το «πάντα».  



ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΥΠΟΘΕΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

Συνέπειες του υποθετικού λόγου

Αφού ξεκαθαρίσαμε θεωρητικά κάποιες παραμέτρους του υποθετικού λόγου, που να αποδίδουν καθαρά το ζητούμενό του και να μας εισάγουν διανοητικά στο άφατο, προκύπτει το ερώτημα πώς περνάμε από τη θεωρία στην πράξη. Υπάρχει, κατ αρχήν, πράξη  για αυτήν την καθαρά υποθετική θεωρία ή είναι τόσο αφηρημένη που να μην έχει αντίκρισμα στα πράγματα;

Ο καθαρός υποθετικός λόγος, που προέρχεται από την ερωτηματική μας αναφορά σε Αυτό, όπως είπαμε, μας διανοίγει στο άφατο και στη σιωπή. Η διάνοιξη αυτή επηρεάζει τόσο τα άτομα όσο και τις κοινωνίες, ποικιλοτρόπως.  

Ως προς τα άτομα, έχει ποικίλες συνέπειες. Τα βγάζει από τον εγωισμό τους, τις φωνασκίες και τους ισχυρισμούς τους, υποδεικνύοντας το απώτατο συμπέρασμα των λόγων τους, το απόλυτα άγνωστο, που επιβάλλει τη σιωπή.

Η αναφορά μας σε Αυτό που μας ξεπερνά όλους, μπορεί να μας ενώσει μέσα από την διάνοιξη στο άφατό του. Εφόσον κανείς δεν μπορεί να πει κάτι οριστικό επ’ Αυτού, μοιραζόμαστε όλοι το ίδιο ερώτημα. Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί κάποια ανώτερη γνώση για να επιβληθεί στους άλλους, ούτε να συγκρουστεί με άλλα πιστεύω, καθώς η πίστη του υποθετικού λόγου είναι καθαρά ερωτηματική.

Το ερώτημα μάς βγάζει από τα εγώ μας και μας ανοίγει. Το άνοιγμα μειώνει την επιθετικότητα του εγωισμού και χαλαρώνει τον ανταγωνισμό, από τη μια, ενώ, από την άλλη, ενεργοποιεί τα άτομα βγάζοντάς τα από την παθητικότητα του εγκλωβισμένου τους εγώ (στην περίπτωση που είναι παθητικά και αυτοκαταστροφικά  - εν αντιθέσει με τα επιθετικά και καταστροφικά).

Η αποφόρτιση των καθημερινών εντάσεων και συγκρούσεων, μέσα από την καθησύχαση που φέρει η σιωπή ως προς Αυτό και μέσα από την ερωτηματική σύνδεση των ατόμων, βελτιώνει την ποιότητα της ζωής δίνοντάς της ανάσες, να χαλαρώσει και να απολαύσει το τώρα της, αντί ένα διαρκή αγώνα για επικράτηση.

------------------------------------------------------------------
Η ζωή, βέβαια, έχει πλευρές που απαιτούν ένταση, αγώνα και συγκρούσεις, αλλά εφόσον αυτές μένουν στα φυσικά πλαίσια του γίγνεσθαι και δεν γενικεύονται πέραν των ορίων τους, είναι θεμιτές. [Η ισορροπία εν τω γίγνεσθαι είναι δυναμική. Χωρίς ανταγωνισμό δεν θα υπήρχε εξέλιξη. Είναι θέμα μέτρου και σε αυτό συμβάλλει κατά πολύ ο υποθετικός λόγος.]

Τα όρια μπαίνουν από τον υποθετικό λόγο και τη σιωπή που φέρει στον θετικό, υποδεικνύοντας το απώτατο συμπέρασμά του, με την ερωτηματική του αναφορά στο Είναι, που μας διανοίγει στο άφατο. Έτσι, ο θετικός λόγος περιορίζεται στο μέτρο των πραγμάτων που μπορεί να ορίσει, αποδεχόμενος την τελική αοριστία του Είναι τους.
Η ερωτηματικότητα μπορεί να κάνει τις προτάσεις του θετικού λόγου λιγότερο κατηγορηματικές και περισσότερο ρηματικές, καθώς αυτές ονομάζουν φαινόμενα του γίγνεσθαι εν τη ροή του (δηλαδή, ρήματα), παρά ορίζουν οντολογικά τα πράγματα (όπως κάνουν οι κατηγορηματικές προτάσεις με το «είναι»: προτάσεις που λένε «τι είναι τι»).

Η αφαίρεση της κατηγορηματικότητας από τις αποφάνσεις μας με την εισαγωγή της ρηματικότητας στο θετικό λόγο και της ερωτηματικότητας στον υποθετικό μπορεί να μετατρέψει τον συνολικό τρόπο επικοινωνίας μας από διεκδικητικό και επεκτατικό, σε διαλλακτικό και  διευκρινιστικό.
----------------------------------------------------------------------

Η ερωτηματική αναφορά μας σε Αυτό, καθώς μένει ανοιχτή και αναπάντητη, μας ανοίγει στον χρόνο, ξεπερνώντας χρονοδιαγράμματα και προγραμματικούς στόχους. Συνδέει το παρόν μας με το αιώνιο,  διανοίγοντάς μας στο άφατο Όλον, που δεν χρειάζεται προγράμματα για να το κατακτήσουμε, διότι δεν κατακτιέται.  Οπότε, δεν ωφελεί να μεταθέτουμε την απόλαυση του παρόντος και να επενδύουμε στο μέλλον, προσμένοντας να ολοκληρωθούμε κάποια άλλη στιγμή.

Η ζωή μας είναι εδώ και τη ζούμε τώρα, αφού το αύριο δεν είναι κάτι διαφορετικό μπροστά στο αιώνιο και άχρονο Όλον. Η διάνοιξή μας στο άφατο της αιωνιότητας Αυτού, μας επαναφέρει στο εδώ και τώρα, για να το ζήσουμε. Έτσι, η ζωή εμπλουτίζεται με το βίωμα του παρόντος της, αντί να μετατίθεται διαρκώς σε ένα άπιαστο μέλλον.

Η επεκτατικότητά μας στο χώρο και η μεταθετικότητά μας στο χρόνο δεν θα μας αποδώσουν την ολοκλήρωση που προσδοκούμε επειδή θα έχουμε γίνει πιο ισχυροί. Η ισχύς μπορεί να βελτιώσει εν μέρει τις συνθήκες μας, δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο ότι θα μας κάνει πιο ευτυχείς.

Η ευτυχία είναι ένα αίσθημα πληρότητας από την επαφή μας με ότι νιώθουμε να μας ολοκληρώνει. Κινούμαστε προς τα εκεί, περνώντας διάφορα στάδια εκπλήρωσης, μέχρι που καταλαβαίνουμε το ανέφικτο της οριστικής απόκτησής της. Θα υπάρχει πάντα κάτι να μας χωρίζει από αυτήν, όπως και από κάθε τι που θα επιδιώξουμε στον απόλυτο βαθμό. Αυτό ακριβώς το χάσμα έρχεται να καλύψει η διάνοιξη στο άφατο του υποκειμενικού λόγου με την ερωτηματική του αναφορά στο Όλον.

Με τη διάνοιξη αποφορτιζόμαστε από την επιδίωξη της ευτυχίας και αντιμετωπίζουμε πιο χαλαρά τις λύπες και τις χαρές, τις ήττες και τις νίκες μας. Δεν σημαίνει ότι σταματάμε να προσπαθούμε, ούτε ότι δεν εργαζόμαστε για τη βελτίωση των συνθηκών μας. Απλά, τα κάνουμε όλα αυτά με μέτρο.

Προφανώς και χρειάζεται μεθοδική προσπάθεια για να καλυτερεύσουν οι συνθήκες μας, με τη συνδρομή του θετικού λόγου. Η καλυτέρευση των συνθηκών, όμως, έχει νόημα αν συμβάλλει στην ολοκλήρωσή μας, με τη διάνοιξή μας στο Όλον. Όταν οι συνθήκες είναι άσχημες μπορεί να μας κυβερνά ο φόβος και να μη μας αφήνει η αγωνία να δούμε ούτε βήμα πιο πέρα, πόσο μάλλον να διανοιχτούμε σε Αυτό. Ούτε όμως ο υλικός πλούτος βοηθάει με την συσσώρευση καταναλωτικών αγαθών που μικραίνουν το οπτικό μας πεδίο και περιορίζουν τον ορίζοντα της σκέψης μας.

Οπότε ναι, πρέπει να διανύσουμε τις διαδρομές του θετικού λόγου, για να προαχθούμε εξελικτικά και να βελτιώσουμε τις συνθήκες μας εν τω γίγνεσθαι, αλλά να κρατάμε επαφή με το άχρονο Είναι μέσα από τον καθαρό υποθετικό λόγο που μας διανοίγει στο άφατο Αυτού και μας καθησυχάζει. Αυτό βοηθάει να στραφούμε στο τώρα, να μετριάσουμε τις επιδιώξεις μας, να δούμε γύρω και να απολαύσουμε το εδώ μας, όσο βρισκόμαστε ακόμα εδώ. Έτσι εμπλουτίζεται το βίωμα της ζωής μας, απολαμβάνοντας τον πλούτο της, χωρίς να κυνηγάμε εξωτερικά πλούτη που θα μας κάνουν βιωματικά φτωχούς. Αυτός, άλλωστε, είναι ο ουσιαστικός πλούτος, ο βιωματικός.

Ως προς τις κοινωνίες, οι συνέπειες της διάνοιξης στο άφατο, με την αποφόρτιση που επιφέρει και το μέτρο που επαναφέρει, μπορεί να είναι εξίσου εξισορροπητικές. Η ανισότητα πλούσιων και φτωχών, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η βία σε κάθε της μορφή (από τη σωματική ως τη ψυχολογική), ο καταστροφικός ανταγωνισμός, η αδικία, η κακία και η ασχήμια μπορούν να μετριαστούν. Όμως για να συμβούν αυτά, θα πρέπει το ζήτημα της διάνοιξης να υιοθετηθεί και κοινωνικά, εκτός από το να είναι προσωπικό θέμα του καθένα, αν και κατά βάση είναι, αλλά δεν θα μπορέσει όμως να επηρεάσει τις γενικές συνθήκες, αν δεν γενικευτεί σαν ζήτημα.


Τρόποι πραγματοποίησης της διάνοιξης

Πώς περνάμε από την ατομική διάνοιξη στο Άφατο στην κοινωνική; Αυτή δεν μπορεί να γίνει έξωθεν, ούτε να επιβληθεί. Η διάνοιξη είναι κατ’ αρχήν προσωπική υπόθεση. Το ζήτημά της θα μπορέσει να γενικευτεί μόνο όταν αναγνωριστεί σαν ατομική αναγκαιότητα από το κοινωνικό σύνολο.

Ατομικά:

Ας ξεκινήσουμε όμως από το άτομο. Η προσωπική του διάνοιξη προϋποθέτει στιγμές όπου να μπορεί να βγει από τη βοή της καθημερινότητας για να αφουγκραστεί τη σιωπή του Άφατου.  Πώς, πού και πότε μπορεί να το κάνει εξαρτάται από το άτομο και τις συνθήκες του.

Κάποια πράγματα μπορεί να συμβάλλουν στη διάνοιξη, όπως τα ηλιοβασιλέματα, ο έναστρος ουρανός, τα τοπία της φύσης, η ποίηση των τεχνών, η αγκαλιά της αγάπης, η ερωτική ολοκλήρωση,  η καλή παρέα, το ξένοιαστο γλέντι, οι διανοητικές διευρύνσεις με τη συζήτηση ή το διαλογισμό ή το γράψιμο, κλπ.

Οτιδήποτε μπορεί να μας βγάλει από τις σκοπιμότητες και να μας συνδέσει υπερβατικά με Αυτό που μας ξεπερνά, συμβάλλει στη διάνοιξή μας στο Άφατο.

Έχοντας αυτό σαν ζητούμενο, μπορούμε να διακρίνουμε ποιες κοινωνικές συνθήκες το υποστηρίζουν ή το υπονομεύουν. Έτσι μπορούμε να πάρουμε εκείνα τα μέτρα που να προάγουν τις μεν και περιορίζουν τις δε. Αυτό συνεπάγεται μια νέα πολιτική αντίληψη, με κριτήριο τη διάνοιξη, εφόσον αυτή βέβαια τεθεί από τα άτομα ως κεντρικό ζήτημα.

Κοινωνικοπολιτικά:

Οι καταστάσεις που μας υπονομεύουν -και θα πρέπει να περιοριστούν- είναι όλες αυτές που μας απειλούν, εμποδίζοντας το άνοιγμά μας: Αυτές μπορεί να είναι απειλές της επιβίωσής μας (από πείνα, πολέμους, τρομοκρατία, εγκληματικότητα) ή της υγείας μας (από καταστροφές περιβάλλοντος, φτώχεια, επιδημίες, ναρκωτικά, χημικά) ή της ελευθερίας μας (από δικτατορίες, μισαλλοδοξίες, φανατισμούς, δογματισμούς, φυλετικούς διαχωρισμούς) ή της ψυχικής μας ισορροπίας (από ανταγωνισμό, εχθρικότητα, αδικία, ψυχολογική βία), κλπ.

Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τον περιορισμό των απειλητικών καταστάσεων, θα πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα υποστήριξης αυτών που διευκολύνουν τη διάνοιξη: Η επαφή με τη φύση μπορεί να υποστηριχθεί με την αποκέντρωση,  με τις διακοπές σε αυτήν, με τη φροντίδα του οικοσυστήματός της. Η επαφή με τους ανθρώπους με τις κοινωνικές εκδηλώσεις, με τις γιορτές και με τα γλέντια. Η επαφή με το πνεύμα με τις τέχνες, με τον υποθετικό λόγο (ή, αλλιώς, φιλοσοφία), με χώρους συνάντησης ως προς Αυτό (ή, αλλιώς, εκκλησίες).

Πολλά από αυτά ήδη συμβαίνουν με τον άλφα ή βήτα τρόπο, αλλά όσο πιο καθαρά γίνονται, συνειδητά και αποφασισμένα, τόσο πιο λειτουργικά μπορεί να είναι.

Γιορτές υπάρχουν, αλλά αυτές είναι είτε εθνικές είτε θρησκευτικές (ανάλογα με την θρησκεία). Αντ’ αυτών θα μπορούσαν να είναι γιορτές πλανητικές που να γιορτάζουν, για παράδειγμα, τις ισημερίες και τα ηλιοστάσια και να συνοδεύονται από ανάλογες κοινωνικές εκδηλώσεις.

[Η εαρινή ισημερία θα μπορούσε να είναι η γιορτή της νιότης και του έρωτα, με γλέντια και καρναβάλια. Το θερινό ηλιοστάσιο η γιορτή των παιδιών, με παιχνίδια, εκδρομές, φάρσες και αστεία. Η φθινοπωρινή ισημερία, η γιορτή των ηλικιωμένων ή των αρρώστων ή των νεκρών, με γιορτές στα γηροκομεία, στα νοσοκομεία, στα νεκροταφεία, κλπ. Το χειμερινό ηλιοστάσιο η γιορτή των φίλων, με δώρα και αλληλοβοήθεια και επισκέψεις σε ξεχασμένους φίλους.]

Τέχνες υπάρχουν, αλλά αυτές παρασύρονται στην ατομική καταξίωση των καλλιτεχνών και των  περί αυτών, εντείνοντας συχνά τον ανταγωνισμό αντί να συμβάλλουν στην αποφόρτιση  και στη διάνοιξη. Επιπλέον, η υιοθέτηση του μακάβριου στοιχείου, του αρνητισμού και της βίας που μετέρχονται πολλοί καλλιτέχνες για να ξεχωρίσουν προκαλώντας, εντάσσει τη σύγχρονη τέχνη στη γενικότερη απειλή, αντί να μας βγάζει από αυτή. Θα βοηθούσε, λοιπόν, η επαναξιολόγηση της τέχνης και η προβολή εκείνων των έργων που συντελούν στη διάνοιξη, με τον τρόπο τους (χωρίς να θέλουμε επ’ουδενί να τον προκαταλάβουμε ή να τον υποδείξουμε).

Χώροι πνευματικοί υπάρχουν, αλλά είτε δεν άγουν πάντα τη πνευματικότητα στη διάνοιξη (εφόσον δεν είναι φτιαγμένοι για αυτήν) είτε την εγκλωβίζουν στις θρησκευτικές τελετουργίες για τις οποίες έχουν φτιαχτεί (όπως οι εκκλησίες των θρησκειών και των αιρέσεων τους). Χρειάζεται μια νέα αρχιτεκτονική σύλληψη για τη διαμόρφωση χώρων εκκλησιασμού στο Άφατο, όπου αντί να καθοδηγούν τη μεταφυσικότητα σε παλιά σχήματα, να συνδράμουν στην καθαρή αφαίρεση και στη μυσταγωγία της διάνοιξης.

[Η αρχιτεκτονική αυτού του χώρου εκκλησιασμού στη διάνοιξη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα τέσσερα βασικά στοιχεία, νερό, γη, φωτιά και αέρα.  Το νερό να είναι για την κάθαρση, κατά την είσοδο στο χώρο. Η γη να υπάρχει σαν χώμα και  πηλός στη βάση και στις επιφάνειες, και σαν πέτρα στο κέντρο - με μια μεγάλη πέτρα ή βράχο; – σαν σύμβολο του άχρονου Είναι. Η φωτιά, σαν ενέργεια του γίγνεσθαι, να είναι  η πηγή φωτός και θερμότητας του χώρου. Η αίσθηση του αέρα να δίνεται μέσα σε ένα περιβάλλον σιωπής, με τον ήχο του νερού της εισόδου ή της φωτιάς ή με τα τραγούδια και τις μουσικές. Θα πρέπει όλα να είναι φτιαγμένα με φυσικά υλικά, ει δυνατόν. Ο χώρος θα μπορούσε να διαμορφωθεί με τη συνεργασία καλλιτεχνών, που θα μπορούσαν να φροντίσουν και τη χορογραφία των κινήσεων των εκκλησιαζόμενων και των εκκλησιαστών. (Πιθανόν να βοηθούσε, όσοι εισέρχονται στο χώρο να βγάζουν τα ρούχα τους και να περνούν από κάτι σαν λουτρό, πριν μπουν στο χώρο καθαροί, είτε γυμνοί, είτε με κάποιο χιτώνα.) Αυτά είναι απλά κάποιες προτάσεις. Δεν χρειάζεται να ακολουθηθούν.  Η σύνθεση θα έπρεπε να είναι ανοιχτή και να επαφίεται στα μέλη της κάθε κοινότητας να αποφασίσουν τη μορφή που θα δώσουν στο χώρο τους και στα τεκταινόμενα εκεί. Το μόνο κριτήριο είναι η διάνοιξη. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι τέτοιοι χώροι μπορεί να χρειάζονται, εφόσον συνδράμουν στο να συναντιούνται οι άνθρωποι ως προς Αυτό, να μοιράζονται το άφατό του και να την κοινωνούν. Ένας τέτοιος χώρος μπορεί να έδινε λύση και στο θέμα των τελετών γέννησης (βάπτισης) και θανάτου (κηδείας), που πολλοί αντιμετωπίζουμε καθώς ούτε οι υπάρχουσες εκκλησίες ούτε τα γραφεία των δήμων μας εκφράζουν. ]

Αυτά που προτείνουμε πιο πάνω, για τις τέχνες, τις γιορτές, τους χώρους εκκλησιασμού, είναι καθαρά ενδεικτικά για το τι θα μπορούσε να τροποποιηθεί σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις, ώστε το θέμα της διάνοιξης να τίθεται δημόσια και όχι μόνο ιδιωτικά. Θα μπορούσαν να βρεθούν άλλες μορφές, εφόσον οι άνθρωποι, βέβαια, κρίνουν ότι τις χρειάζονται. 



ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θα μπορούσε οι άνθρωποι να κρίνουν ότι αρκεί η προσωπική τους διάνοιξη, που θα τη προσεγγίζουν με το δικό τους τρόπο, ιδιωτικά, χωρίς να ασχοληθούν περαιτέρω με τη γενική θεωρία της και την ευρύτερη πραγματοποίησή της. Θα μπορούσε επίσης να μην ενδιαφερθούν για κανενός είδους διάνοιξη, προσωπική ή κοινωνικοπολιτική, ούτε όπως προτείνεται εδώ, ούτε αλλού από άλλους.

Θα υπάρχουν βέβαια πάντα κάποιοι που θα βρίσκουν το δρόμο προς το άφατο, αφού είναι μέρος της φύσης μας η ερωτηματική μας αναφορά μας σε Αυτό (όπως και να το πούμε).  Αυτοί μπορεί να είναι λίγοι και να μην μπορούν να επηρεάσουν τις γενικότερες εξελίξεις. Ακόμα όμως και να μπορούσαν, η πορεία του ανθρώπου πιθανόν να είναι ήδη προδιαγεγραμμένη.

Η επεκτατικότητα και η μετάθεση που έχουν κυριαρχήσει στην παγκόσμια ανάπτυξη ωθούν το οικοσύστημα στα όριά του έτσι που δεν αποκλείεται να καταρρεύσει, παρασύροντας ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας στην καταστροφή. Μια έγκαιρη στροφή - στην οποία θα συνέβαλε η διάνοιξη -, θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο ή να περιορίσει το μέγεθος της καταστροφής. Όσοι αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της στροφής, οφείλουν να την προσπαθήσουν, αν και δεν είναι σίγουρο το αποτέλεσμα.

Το μέλλον είναι πάντα αβέβαιο. Εμείς εντωμεταξύ καλούμαστε να ζήσουμε ένα παρόν, όπως και να φροντίσουμε για το παρόν των παιδιών μας στο δικό τους αύριο. Κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε γι’ αυτό, με οδηγό τον θετικό λόγο, που διερευνάει τους κανόνες του γίγνεσθαι. Το γίγνεσθαι, όμως, μπορεί να μας εξαφανίσει, όπως και μας εμφάνισε σαν μορφές του Είναι. Τίποτε δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει για τη διάρκειά μας  ή να μας καθησυχάσει για τη θνητότητά μας.

Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα του γίγνεσθαι, η αναφορά μας στο άχρονο Είναι συνδέει το τώρα μας με το πάντα  και μας δίνει την αίσθηση της αιωνιότητας της στιγμής που ζούμε. Έτσι, μπορεί να μας βγάλει, εν μέρει, από τη χρονικότητα και την ιστορικότητα,  για να ζήσουμε αυτή τη στιγμή χωρίς να μεταθέτουμε το βίωμά της για το μέλλον ούτε να στερούμαστε το βίωμά της εξαιτίας του παρελθόντος μας.

Η επαναφορά μας στο παρόν, μέσω της διάνοιξής μας στο άφατο, συνεπάγεται, από τη μία, την ελαχιστοποίηση της επεκτατικής μας ανάπτυξης (που αν συνεχιστεί θα φέρει την καταστροφή), και, από την άλλη, τη μεγιστοποίηση της βιωματικής απόλαυσης της ζωής μας τώρα, ανεξάρτητα από το μέλλον (και την όποια καταστροφή).

Αυτό που θέλουμε όλοι είναι να νιώθουμε καλά. Με οδηγό αυτή την απλή αρχή (the feeling-good principle) μπορούμε να αποφασίσουμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε διασπασμένοι και αγχωμένοι, μέσα στον επεκτατικό ανταγωνισμό και στην ασίγαστη ένταση των ενδοανθρώπινων διενέξεων, ή να συνδεθούμε μέσα από τη κοινή μας ερωτηματική αναφορά σε Αυτό, το πέρα από εμάς,  με απώτατο συμπέρασμα τη διάνοιξή μας στο άφατο – τη σιωπή .